Ντάμα Πίκα
- Συγγραφέας: Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν
- Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
- Θέατρο: Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας
Το θεμέλιο μιας θεατρικής παράστασης κατά τη γνώμη μου, είναι η ιστορία που επιλέγεται να ειπωθεί. Χωρίς ένα στιβαρό αφηγηματικό έδαφος, ακόμη και οι πιο ευρηματικές σκηνικές λύσεις και σκηνοθεσίες μοιάζουν με όμορφα, αλλά μετέωρα κατασκευάσματα.
Η «Ντάμα Πίκα» του Πούσκιν αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ ισχυρό θεμέλιο. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα, η εμμονή με το μυστικό των τριών χαρτιών, η διαδρομή ενός ανθρώπου που παρασύρεται από την επιθυμία για έλεγχο και κέρδος, ο ατελέσφορος έρωτας συνθέτουν έναν πυρήνα δραματουργικά εύφορο. Πάνω σε αυτό το υλικό ο Στάθης Λιβαθινός έχτισε μια απολαυστική και καλοκουρδισμένη παράσταση, που σέβεται την πηγή της, χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν.
Η θεατρική διασκευή ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι πάντοτε μια πράξη ισορροπίας: τι κρατάς, τι αφήνεις, πώς μετασχηματίζεις την αφήγηση σε σκηνική δράση. Εδώ, η επιλογή ήταν ευφυής και καθαρά θεατρική: οι βασικοί χαρακτήρες λειτουργούν ταυτόχρονα και ως αφηγητές των κομματιών που τους αφορούν. Παρότι υπάρχει και διακριτός ρόλος αφηγητή, οι ήρωες μπαινοβγαίνουν ανάμεσα στη δράση και στην αφήγηση, σχολιάζουν, προχωρούν την πλοκή και μετά επιστρέφουν στο συναίσθημα. Ο κώδικας μπαίνει νωρίς και γίνεται άμεσα κατανοητός, εμπλουτίζοντας την παράσταση με υποκριτικές εναλλαγές.
Ένα από τα πιο εξαιρετικά στοιχεία της βραδιάς ήταν ο ρυθμός. Ένιωσα σαν να παρακολουθώ μια ορχήστρα. Είναι σχεδόν μαγικό όταν συμβαίνει αυτό στο θέατρο: όταν η σκηνή πάλλεται από έναν κοινό παλμό, όταν οι ηθοποιοί, τα φώτα, ο ήχος, η κίνηση, όλα συντονίζονται σε μια ενιαία αναπνοή. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι όλα ήταν «γρήγορα». Υπήρχαν παύσεις, ατμοσφαιρικές στιγμές, σιωπές που άφηναν τον χρόνο να πυκνώσει. Όμως όλα έμεναν μέσα στο ίδιο μέτρο, σαν παρτιτούρα όπου οι διάρκειες αλλάζουν χωρίς ποτέ να χάνεται ο συνολικός ρυθμός.
Οι ηθοποιοί, στο σύνολό τους, υπήρξαν εξαιρετικοί. Δημιούργησαν ένα σύμπαν μέσα στο οποίο μπήκαμε και ξεχαστήκαμε. Πέτυχαν κάτι δύσκολο: να είναι μαζί και χώρια. Και μέρος ενός συμπαγούς συνόλου και ξεχωριστές προσωπικότητες. Η γραμμή δεν ήταν αμιγώς ρεαλιστική, και εύστοχα καθότι το ίδιο το έργο κουβαλά υπερφυσικό στοιχείο. Η ελαφρά θεατρικότητα έδωσε τη σωστή διάσταση ώστε να παραμένει ένα καθαρόαιμο θεατρικό γεγονός, αλλά συνάμα ο θεατής να καταλαβαίνει την ιστορία, να αντιλαμβάνεται και να συμπάσχει με τους ήρωες.
Η αφηγήτρια, Δήμητρα Χατούπη, ήδη από την υποβλητική έναρξη, ξεχώρισε. Δωρική και σκοτεινή, ένας παντογνώστης που ξέρει, μια οντότητα που κινεί ή αφήνει να κινηθούν τα νήματα, ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι οι ήρωες θα καταποντιστούν. Απολαυστικές στιγμές υποδόριου χιούμορ, ψήγματα ειρωνίας και μια σχεδόν σαδιστική απόλαυση της ανθρώπινης αδυναμίας έκαναν τον ρόλο αξιομνημόνευτο. Σπάνια φεύγεις από παράσταση και θυμάσαι τον αφηγητή.
Η Μπέττυ Αρβανίτη ως Ντάμα Πίκα έκανε την παρτιτούρα του ρυθμού πολύπλευρη. «Γεύοταν» τον λόγο, έμπαινε σε αργό ή γρήγορο ρυθμό με δεξιοτεχνία, δημιουργώντας ένα πλάσμα μαγικό, σαν από αλλού φερμένο. Ενώ το κείμενο μιλά για την ηλικιωμένη ηρωίδα με αρνητική χροιά, η κα. Αρβανίτη πρόσθεσε γοητεία: έβλεπες την όμορφη γυναίκα που υπήρξε, την κοκεταρία, τα ίχνη αίγλης. Και αυτό το παράξενο πλάσμα το ήθελες πάνω στη σκηνή. Σου έλειπε όταν έλειπε.
Εξαιρετικός ήταν και ο Γιάννης Σύριος: αεικίνητος και με όμορφες εσωτερικές στιγμές. Μετέφερε τη διττότητα του χαρακτήρα χωρίς χειραγώγηση: δεν ήξερες αν τον συμπαθείς ή όχι, αν τον συγχωρείς ή όχι, αν θα μπορούσαμε όλοι να ήμασταν σαν κι αυτόν. Αυτή η «χαρά της προσωπικής ανακάλυψης» είναι δώρο για τον θεατή.
Ο Νίκος Αλεξίου ήταν επίσης απολαυστικός στη γκάμα ρόλων του. Ξεκινώντας ως ανέμελος χαρτοπαίκτης, μας έβαλε με την κιθάρα του στον κόσμο της παράστασης. Η στιγμή όμως που ξεχώρισε ήταν η τελική σκηνή: μετρημένη ερμηνεία, παύσεις, βλέμματα, υποκριτική δεξιοτεχνία, σχεδόν χορογραφημένες κινήσεις, δημιούργησαν σασπένς και αγωνία που μας έκανε να ανατριχιάσουμε.
Ο Παναγιώτης Καμμένος ήταν οργανικά και ρυθμικά ενωμένος με το σύνολο και το ταλέντο του εν γένει ήταν εμφανές. Θα σημείωνα μόνο ότι οι χαρακτήρες του δεν απέκτησαν κάτι αξιομνημόνευτο : λιγότερο ευφάνταστοι, λιγότερο «νόστιμοι». Στο ίδιο πλαίσιο και η Εύα Σιμάτου, ταλαντούχα, απόλυτα ενταγμένη, με εντυπωσιακό πολύπλευρο ταλέντο , όμως η ερμηνεία της έμεινε σε μία ενεργειακή ποιότητα, ένα μόνιμο υπερβάλλον πάθος χωρίς εναλλαγές που θα μπορούσαν να κάνουν τον ρόλο πραγματικά συγκινητικό. Παρ’ όλα αυτά, το ομαδικό αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό.
Τα κοστούμια υπηρέτησαν μοναδικά το έργο: όχι ρεαλιστικά, αλλά με τρόπο που μας μετέφερε σε άλλη εποχή με μια προοικομία -προδιάθεση για το υπερφυσικό. Το σκηνικό, ένα ιδιότυπο καρουζέλ-λούνα παρκ σκοτεινό, ονειρικό, σαν όνειρο του Tim Burton, κινούμενο από τους ίδιους τους ερμηνευτές, έγινε ένας ακόμη ρόλος που «συμμετείχε» στην εξέλιξη. Τα φώτα και η μουσική εμπλούτισαν οργανικά τη δραματουργία, ενισχύοντας τη θεατρική ατμόσφαιρα. Αξιοσημείωτη και η αξιοποίηση του χώρου: σε θέατρο με τέσσερις κολώνες, αυτές έγιναν εργαλείο και όχι εμπόδιο, άλλαξαν επίπεδα ηθοποιών και εμπλούτισαν τη δράση. Μάλιστα τονίστηκε η μοναδικότητα του κάθε θεατή: κάποιοι έβλεπαν την αφηγήτρια, κάποιοι όχι — ένα κρυφτούλι που σε έκανε να την αναζητάς.
Θα αναφέρω και κάτι που δεν ξέρω αν ήταν απόφαση ή σύμπτωση: η παράσταση είχε … άρωμα. Κι επειδή η όσφρηση είναι η αγαπημένη μου αίσθηση, χάρηκα που «ξύπνησε» κι αυτή. Βλέπαμε, ακούγαμε και, με έναν τρόπο νιώθαμε και μια μοσχοβολιά.
Δε μπορώ φυσικά να μην αναφέρω το αγαπημένο μου βάλσαμο: το έξυπνο, μετρημένο χιούμορ που αποσυμφορίζει, ενώνει χαμόγελα και κάνει το θέατρο να γίνεται ζωή. Γιατί δεν υπάρχει τραγική στιγμή χωρίς κωμικότητα, ούτε κωμωδία χωρίς τραγικά σημεία.
Άφησα για το τέλος τη σκηνοθεσία και όχι τυχαία. Όλα όσα αναφέρθηκαν ήδη πηγάζουν από τον σκηνοθέτη-ενορχηστρωτή. Ο κ. Λιβαθινός υπήρξε ο μαέστρος αυτής της δημιουργίας: έδωσε ελευθερία στους «μουσικούς» να φέρουν τον προσωπικό τους ήχο, αλλά και κοινή αισθητική ώστε όλα τα στοιχεία να γίνουν ένα ενιαίο έργο. Η «Ντάμα Πίκα» δεν ήταν απλώς μια επιτυχημένη μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου. Ήταν μια ολοκληρωμένη σκηνική πρόταση, όπου κάθε στοιχείο είχε θέση και λόγο ύπαρξης. Και πίσω από αυτή τη συνοχή, διακρίνεται καθαρά η σκηνοθετική υπογραφή.
Στοιχεία παράστασης





